Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

Ο Μάνος, η Μελισσάνθη και το ... «τέρας»

Οποιος δε φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει
Ο Μάνος, η Μελισσάνθη και το ... «τέρας»
Δεκαέξι χρόνια συμπληρώνονται μεθαύριο από το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι


Μας «δώρισε» ένα «γαλαξία» από νότες υπέροχες, σμιλεμένες με τη βαθιά ευαισθησία και την υψηλή αισθητική του. Πνεύμα κριτικό και ασυμβίβαστο, που αφουγκράστηκε την ελληνική κοινωνία, τους πόθους και τα πάθη της, ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε πάνω απ' όλα κορυφαίος αναμορφωτής του ελληνικού τραγουδιού, ανοίγοντας νέους μουσικούς δρόμους, φωτίζοντας αθέατες «γωνιές», κινητοποιώντας μυαλό και ευαισθησίες. Δεκαέξι χρόνια συμπληρώνονται φέτος από το «φευγιό» του αλησμόνητου συνθέτη, που σημάδεψε τον ελληνικό μουσικό πολιτισμό μέσα από ένα βαθιά λαϊκό, πολυσήμαντο και αξεπέραστο έργο. «Λαϊκό» για τον δημιουργό, όπως έλεγε σε συνέντευξή του στον «Ρ» (27/5/90), «είναι ό,τι ασχολείται με τον άνθρωπο και προέρχεται από τον άνθρωπο». «Η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα», σημείωνε... «Η τέχνη υπάρχει, διότι ανατέμνει τη λειτουργία του ανθρώπου. Του κινητοποιεί τις ευαισθησίες του. Τις αληθινές του ευαισθησίες. Οχι τις επικαιρικές. Η τέχνη συμπληρώνει τον άνθρωπο, τον βοηθά να αισθανθεί, έστω και για λίγο, προς τα πού πρέπει να τείνει. Η μεγάλη τέχνη εννοώ». Ο ίδιος σ' όλη τη ζωή του αντιπαρατέθηκε στην εμπορευματοποίηση και στον εκχυδαϊσμό της τέχνης και ανεξάρτητα από τις δηλωμένες πολιτικές απόψεις του αντιτάχθηκε στους κρατούντες, στην όποια κολακεία και αναρρίχηση. «Οποιος δε φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι να συνηθίσουν τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά», έλεγε. Κι αν σήμερα, στις μαύρες μέρες που περνά ο λαός μας, ο Μάνος Χατζιδάκις μας λείπει ολοένα και περισσότερο, το έργο του παραμένει στις καρδιές μας. Θα παραμένει ζωντανό όσο υπάρχουν άνθρωποι που τραγουδούν τα τραγούδια του και διψούν για ομορφιά και αλήθεια, που αντιστέκονται στο «τέρας» που μας απειλεί, στο εφήμερο, στο ευτελές, στην ισοπέδωση.

«...στον άσπρο τοίχο το αίμα γίνεται βροχή»
Πολλά και σπουδαία τα έργα που μας άφησε ο Μάνος Χατζιδάκις. Ανάμεσά τους «Η εποχή της Μελισσάνθης» - καντάτα για μια ώριμη γυναικεία φωνή, δύο νεανικές ανδρικές, μεικτή και παιδική χορωδία, ορχήστρα δωματίου και στρατιωτική μπάντα με βασικό μουσικό όργανο το μπουζούκι. Μια μουσική αυτοβιογραφία βασισμένη σε ποιήματα του συνθέτη, που αναφέρονται στις πρώτες μετακατοχικές μέρες, καταγράφοντας πολλές πικρές μνήμες. Η πρώτη σύλληψη του έργου εμφανίζεται το 1965 στην ποιητική συλλογή του συνθέτη «Μυθολογία», στο ποίημα με τον τίτλο «Μελισσάνθη». Το μουσικό έργο γράφτηκε στη δεκαετία '70 και πρωτοπαρουσιάστηκε πριν 30 χρόνια με βασική ερμηνεύτρια την Μαρία Φαραντούρη και τη συμμετοχή των Βασίλη Λέκκα, Γιώργου Μιχαλισλή, Στέλλας Γαδέδη, της χορωδίας του Τρίτου Προγράμματος και Παιδικής χορωδίας. Αριστουργηματικά κομμάτια (ορχηστρικά και τραγούδια) απαρτίζουν το έργο: «Η βροχή», «Το πρόσωπο της νύχτας», «Φοβόμουν μ' έπνιγε η σιωπή», «Στο φίλο μας που χάσαμε», «Μητέρα κι αδελφή», «Ενα ρολόι στο καπηλειό», «Επιτάφιος», «Το εμβατήριο της Μελισσάνθης» (συνύπαρξη μπάντας με το μπουζούκι), κ.ά. Κυρίαρχο όργανο μέσα στα χορωδιακά και σολιστικά μέρη είναι το μπουζούκι, σε συνοδεία ή αυτοσχεδιασμό, που «ζωγραφίζει» το ψυχογραφικό τοπίο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Καθαρά συμβολικές, επίσης, οι παρεμβολές εμβατηρίων και αποσπασμάτων του Εθνικού Υμνου και των εγκωμίων του Επιταφίου.

«Το πρόσωπο της νύχτας πνίγεται μέσα στον καπνό και τα παιδιά στο δρόμο πετάν νεκρά στον ουρανό. Μαύρα πουλιά μ' ένα σπαθί γυμνό σκύβουν φιλάν τον άσπρο τους λαιμό. Το πρόσωπο της νύχτας κλαίει μακριά στον ουρανό. Απόψε είναι σκοτάδι τ' άστρα δεν έχουνε ψυχή κι εκεί στον άσπρο τοίχο το αίμα γίνεται βροχή. Ποιος με φωνάζει και ζητά νερό ποιος θα γλιτώσει απ' τον πικρό χορό. Το πρόσωπο της νύχτας χάθηκε μέσα στον καιρό» («Το πρόσωπο της νύχτας»).

Επιθυμία του συνθέτη ήταν να καταγράψει την περιπέτεια και τη συμμετοχή του στην πρόσφατη ιστορία του κόσμου, έτσι καθώς την έζησε: «Χρονικό ενός καιρού, οι πρώτες μέρες της απελευθέρωσης, με ανεξίτηλες αυτοβιογραφικές εικόνες. Σαν το ρολόι στο καπηλειό με τους δυο φίλους που ζητάν δραματικά κι επίμονα να σταματήσουν τον Χρόνο, ή εκείνο τον φίλο που τον χάσαμε σχεδόν παιδί - τον έλεγαν Εκτορα Οικονομίδη και ήταν είκοσι χρονών όταν τον τύφλωσαν και τον θανάτωσαν οι Γερμανοί στο Χαϊδάρι, αφού βέβαια τον πρόδωσαν οι "εθνικόφρονες" εκείνου του καιρού. Και εικόνες άπειρες με σιδεριές από κατεστραμμένα σπίτια σαν χέρια αιχμηρά που ζητάν ελεημοσύνη απ' τον ουρανό. Και μάνες να γυρεύουν τα παιδιά τους πάνω από τις καμένες στέγες μ' ένα πλήθος που να κραυγάζει έξαλλα κι αλλοπρόσαλλα συνθήματα...».

Χρονικό ενός πικρού καιρού, η «Μελισσάνθη», «μια γυάλινη ηρωίδα του Μεσοπολέμου», όπως την χαρακτήριζε ο Μάνος Χατζιδάκις, αποτελεί μια συγκλονιστική απεικόνιση και αναπαράσταση των πρώτων ημερών της Ελλάδας μετά τη γερμανική κατοχή. Στους στίχους και στις νότες του ζωντανεύουν μνήμες και εικόνες που τον σημάδεψαν, προσωπικά του βιώματα από τη γερμανική κατοχή, από τις νύχτες που «στον άσπρο τοίχο το αίμα γίνεται βροχή». «Η εποχή της Μελισσάνθης τέλειωσε. Σήμερα ζω για πάντα τον χαμό της», σημείωνε ο συνθέτης. Ο ίδιος δεν ήθελε να δώσει «ιστορικές διαστάσεις στη Μελισσάνθη και την εποχή της». Παρ' όλα αυτά, η θεματική και το ιστορικό πλαίσιό της καθιστούν τη «Μελισσάνθη», πέρα από ένα ειλικρινές, σπαρακτικό, υψηλής αισθητικής προσωπικό έργο, αυτόματα και ένα έργο συλλογικό. Οπως και άλλες σπουδαίες δημιουργίες του - όπλα της μνήμης, της αξιοπρέπειας και της καρδιάς.

Επετειακή συναυλία
Ο θάνατος του συνθέτη, που μετουσίωσε τη μελωδική του έμπνευση σε μεγάλη τέχνη, ήταν μεγάλη απώλεια για τον τόπο μας και ασφαλώς για την Ορχήστρα των Χρωμάτων, που ο ίδιος ίδρυσε το 1989, οραματιζόμενος ένα επίλεκτο συμφωνικό σύνολο με μουσικούς υψηλού επιπέδου και πρωτότυπα προγράμματα και η οποία στην 20χρονη διαδρομή της έχει βιώσει με δραματικό τρόπο τις επιπτώσεις της κυβερνητικής αδιαφορίας. Με αφορμή τη συμπλήρωση των 16 χρόνων απουσίας του Μάνου Χατζιδάκι, η Ορχήστρα των Χρωμάτων παρουσιάζει στις 19 του Ιούνη (9 μ.μ.), στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το ετήσιο συναυλιακό αφιέρωμά της στον ιδρυτή της. Υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού Μίλτου Λογιάδη θα παρουσιάσει ένα από τα εμβληματικά έργα του, «Το Χαμόγελο της Τζοκόντα» (β' μέρος). Το πρόγραμμα της συναυλίας περιλαμβάνει επίσης (α' μέρος) τα έργα: Franz Shubert: «Ημιτελής συμφωνία» και Frank Martin: «Μπαλάντα για πιάνο και ορχήστρα», με σολίστ την Ελενα Χριστοδούλου. Εισιτήρια προπωλούνται προς 30, 25, 18, 10 και 6 ευρώ τα φοιτητικά.

Ριζοσπάστης/Ένθετο "7 μέρες μαζί" Κυριακή 13 Ιούνη 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου