Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Παράλληλο κείμενο στο ON του Μπογδάνου

Με αφορμή την νέα ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Μπογδάνου και την κριτική που έλαβε επαναφέρω στην επικαιρότητα ένα ξεχασμένο αριστούργημα του νεοσυμβολιστικομοντερνισμοντανταυπερρεαλισμοισμοισμού:την ωδή στο THC από το Πλοκάμι του Καρχαρία

Σας παρουσιάζω λοιπόν την πιο τολμηρή, μα συνάμα πυκνή και βαθειά λυρική με γλαφυρό ….ξεπασκουλιαστικό συναίσθημα και ιερή συγκίνηση προσπάθεια της …μεταμοντέρνας ποίησης . Κι άμα λάχει το “π” το βάζουμε και σε παρένθεση.Ξέρουμε κι εμείς τέτοια κόλπα

 

The Lyrics (που σημειωτέον δεν υπάρχουν και πουθενά)

Απόψε στις ειδήσεις των 8.30 οι περιπέτειες ενός γέρου ταξιτζή στην προσπάθειά του να βρει το καταραμμένο διαμάντι. Δηλητηριασμένο πεπόνι έπαθε έμφραγμα ο Γιάννης. Επίθεση Ταλιμπαν σε βερύκοκο. Όλα αυτά στις ειδήσεις των 9.

Ο Ρωβινσώνας Οδυσσέας άρχισε το ταξίδι του πηγαίνοντας την Καλαμάτα. Η Καλαμάτα ήταν γνωστή ως Πάτρα. Και αφού άρχισε αυτό το ταξίδι του με προορισμό τις σπηλιές του Πελοπίδα, να σου μια πεταλούδα πετάγεται μπροστά του . Και του λέει η πεταλούδα “Τι ομάδα είσαι”. Αυτός απαντάει “δεν είναι σωστά πράγματα αυτά που λες πεταλούδα” και η πεταλούδα του λέει “έχεις δίκιο, δεν ξέρεις τι λες”.Κι αυτός απαντάει “μήπως ξέρεις που είναι ο δρόμος για την Τρίπολη;”. Κι η πεταλούδα του απαντάει “Μα είσαι ήδη στην Τρίπολη!”. Και τότε μια πλαστελίνη πέφτει στο ποτήρι του. Και το ποτήρι είπε “πεταλούδα, μήπως είσαι αρκούδα;” και η πεταλούδα απήντησε: “Όχι. Είμαι η αρχή της ενίοτε ασυδώπητης προκατάληψης ενάντια του Κλαμούδιου.” Και τότε έρχεται ο Σιριμούρδιος και λέει “μήπως έχεις πεταλούδα;” και η πεταλούδα απάντησε”μα καλά δεν βλέπεις,εγώ δεν έχω πεταλούδα” και τότε του είπε η πεταλούδα ΜΠΑΜ

ΣΧΟΛΙΟ:

Κι αύριο λέω θα γίνουμε
ακόμα πιο απλοί.
Θα βρούμε αυτά τα λόγια
που παίρνουνε το ίδιο βάρος
σ' όλες τις καρδιές,
σ' όλα τα χείλη,
έτσι να λέμε πια
τα σύκα-σύκα
και τη σκάφη-σκάφη.

Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι
και να λένε:
"Τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνω εκατό την ώρα".
Αυτό θέλουμε κι εμείς.

Γιάννης Ρίτσος

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Ένα συμβολιστικό ηλιακό σύστημα

Α: Δηλαδή τι άλλο θέλεις;
Ω: Άλλο από τι;
Α: Από τον ουρανό.
Ω: Ήλιο
Α: Είναι πεντέμιση το απόγευμα και ο ήλιος λάμπει. Τι άλλο θέλεις;
Ω: Να βγάζουν καπνούς τα τσιμέντα από τη ζέστη στη Σόλωνος. Και ν’ακούω στις ειδήσεις για θερμοπληξίες.
Α: Υπομονή. Ο καιρός περνάει.
Ω: Αυτό λέω κι εγώ. Ο καιρός περνάει.
Α: Θα έρθει η Καθαρά Δευτέρα, θα περάσει κι η Σαρακοστή
Ω: Μα αυτό λέω κι εγώ. Πως θα ‘ρθούνε.
Α: Είσαι αρκετά ευτυχισμένος ή αρκούντως μη δυστυχισμένος για να μην θέλεις να σταματήσεις τον χρόνο.
Ω: Εσύ θέλεις;
Α: Τι;
Ω: Να σταματήσει ο χρόνος. Να κάτσεις να σκεφτείς ή να λιώσεις στον καναπέ σου μέχρι να σιχαθείς κάθε είδους αδράνεια. Να ξεκουραστείς όλη την ξεκούραση της ζωής σου μονοκοπανιά.
Α: Εγώ δεν φτιάχτηκα για να κάνω τέτοιες σκέψεις. Ούτε να θέλω τέτοιου είδους ανατροπές.
Ω: Μα είσαι κι εσύ Άνθρωπος. Δεν μπορεί. Κάποτε σου φάνηκε κι εσένα ο κόσμος παράλογος.
Α: Πώς να μου φανεί παράλογος αφού δεν ξέρω άλλο κόσμο;
Ω: Παράλογος σε σχέση με κάτι ιδεατό.
Α: Και πώς να δομήσω κάτι ιδεατό έξω απ’ τον κόσμο , τον μόνο κόσμο που ξέρω. Εσύ; Έχεις ταξιδέψει και σ’αλλους κόσμους και μιλάς έτσι;
Ω: Ναι.
Α: Και πως είναι οι άνθρωποι εκεί έξω;
Ω: Κατ’αρχάς δεν λέγονται άνθρωποι.
Α: Και πώς λέγονται;
Ω: Και να σου πω δεν θα καταλάβεις
Α: Γιατί;
Ω: Γιατί δεν θα μπορέσεις να το αντιστοιχήσεις σε κάτι που ξέρεις.
Α: Τότε πες μου πως είναι η ζωή εκεί.
Ω: Πήγα σε πολλά μέρη
Α: Πες μου για όλα τα μέρη που πήγες.
Ω: Μα οι λέξεις που χρησιμοποιούμε εδώ δεν μπορούν να χωρέσουν άλλους κόσμους.
Α: Προσπάθησε
Ω: Καμιά λέξη από την γλώσσα που μιλάμε δεν μπορεί να δομηθεί από τη γλώσσα των πλασμάτων στους κόσμους που πήγα.
Α: Προσπάθησε να τους περιγράψεις.
Ω: Ποιους;
Α: Τους ανθρώπους στους πλανήτες που πήγες.
Ω: Δεν λέγονται άνθρωποι!
Α: Αυτά τα όντα τέλος πάντων.
Ω: Α… εκεί δεν ξέρουν από ζωή και μη ζωή, από ύπαρξη και μη ύπαρξη. Δεν υπάρχουν όντα και μη όντα γι’αυτούς.
Α: Πες μου για τους τρόπους τους
Ω: Πώς θα σου μιλήσω για τους τρόπους ενός άλλου πλανήτη αν δεν ξέρεις την γλώσσα που μιλάνε;
Α: Τότε πες μου ό,τι μπορείς να πεις. Ό,τι θυμάσαι πως είδες

Το παρακάτω ταξίδι είναι γεμάτο συμβολισμούς τους οποίους εγώ σκέφτηκα και
μου φάνηκαν αρμοστοί για ένα απόγευμα και ίσως σε μια βδομάδα από τώρα να
ψάχνω κι εγώ μαζί σας τι θέλει να πει ο ποιητής. Το κείμενο αρχικά γράφτηκε
με σκοπό να είναι φανερό το όνομα του κάθε πλανήτη. Στην συνέχεια αποφάσισα να τους αφαιρέσω και να τους δώσω στο τέλος του κειμένου .
Γιατί θεώρησα πως θα έχει ενδιαφέρον για τον αναγνώστη να διαβάσει και να καταλάβει με όποιον τρόπο θέλει αυτό το κείμενο που γέννησε η φαντασία μου ,χωρίς να περιοριστεί όμως στα όρια της δικής μου φαντασία.
1. Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ

Ω: Στον πρώτο πλανήτη τα πλάσματα που είδα τρέχαν. Όλο τρέχαν. Προσπάθησα να σταματήσω ένα , μου’ δωσε ένα χαρτι με κάτι παράξενα σύμβολα κι έφυγε τρέχοντας. Περπάτησα μέχρι που είδα κάποιον που είχε κοντοσταθεί. Ήταν σκυμένος, ακουμπούσε τα χέρια του στα γόνατά του και ανάσαινε βαθειά. Τον ρώτησα τι χρώμα έχει ο ουρανός και δεν ήξερε.
Α: Και μετά;
Ω: Μετά δίψασα.
Α: Για τι;
Ω: Για νερό. Και σκέφτηκα να χτυπήσω μια πόρτα, και τότε ανακάλυψα ότι δεν υπήρχαν πόρτες. Ούτε πόρτες ούτε παράθυρα. Δεν υπήρχαν αυλές, ούτε απλωμένα ρούχα, ούτε γάτες στους δρόμους ούτε τίποτα.
Α: Χαμόγελο υπήρχε;
Ω: Στο σινεμά
Α: Τι άλλο;
Ω: Τι «τι άλλο»;
Α: Τι άλλο υπήρχε;
Ω: Δεν ξέρω. Έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα.
Α: Γιατί;
Ω: Γιατί είχα αρχίσει να τρέχω.
Α: Γιατί;
Ω: Δεν ξέρω. Απλώς έτρεχα. Τα πόδια μου επιταχύναν από μόνα τους. Κι έφυγα τρέχοντας

2. Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ
Α: Και που πήγες;
Ω: Στον δεύτερο πλανήτη

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

Μάθημα 7ον

Από το βιβλίο του Νίκου Συνατσάκη "η αυτοκτονία σε 9 απλά μαθήματα"

ΜΑΘΗΜΑ 7ον   

 Πολυαγαπημένη μου, ερωμένη κι αδερφή.
Σου γράφω κάτω από τις αδύνατες αχτίδες του ήλιου που πέρνούν το καγκελόφρακτο παράθυρο της κινητής φυλακής μου. Τούτες οι λίγες ανταύγειες ζωής είναι αρκετές να με κρατήσουν ορθό στα πόδια μου.
Οι άνθρωποι τελικά, είναι πολύ δυνατοί, μόνο που  αργούν να το νιώσουν.Χθες όμως στεναχωρήθηκα.
    Ο διευθυντής της φυλακής σκέφτεται να βάλει φημέ τζάμι μπρος από τα κάγκελα. Αυτό δεν θα το δεχτώ. Νασαι σίγουρη θαπαλέψω μ' όλες τις δυνάμεις μου για να γλυτώσω την αλήθεια από τον ευνουχισμό.
Τούτο το τζάμι θα τ'αρνηθώ
    Έχουν σημασία κι οι λογοστές αχτίδες ήλιου. Έχει σημασία να σε βλέπω έστω και τα λιγοστά λεπτά που'ρχεσαι κάθε μέρα
    Όμως προχθές το πρόσωπό σου ήταν χλωμό και το σώμα σου αδυνατισμένο.
Σε κεινη την ψυχική, ατέρμονη, κι ακατανόητη για τους άλλους ανθρώπους επικοινωνία μας , μ'αφησες να καταλάβω κάτι για ψυχιάτρους , ηρεμιστικά και κάτι τέτοια. Μην τα δέχεσαι.
    Ο παππούς θυμάμαι έλγε : Μην παίρνεις ούτε ασπιρίνη. Κι ο παππούς είχε άσπρα μαλλιά, κουρασμένο σώμα, αγέμιστη ψυχή. Ήταν φιλόσοφος ο παππούς.
Δεν έχεις ανάγκη απο κείνα τ'άσπρα μικρά χαπάκια που έρχονται να σε γιομίσουν ψεύτικη ευτυχία και να σ'αφήσουν στο τέλος την πίκρα και την απογοήτευση σαν τον επιδερμικό, αποτυχημένο έρωτα.
    Η δύναμή σου είναι ακέραια. Χαμένη όμως.
Τουτος ναναι ο καινούριος σκοπός της ζωής σου: Ν'ανακαλύψεις την ακέραια δύναμή σου και να την χρησιμοποιήσεις σωστά.
Ο χρόνος μας είναι ελάχιστος.
Τόσο ελάχιστος που το μάτι στο πλησίασμά του αλληθωρίζει. Μπερδεύεται.
Το είδωλο φεύγει για να σχηματισθεί σε άλλους χιτώνες.
Τότε είναι που δακρύζεις.
    Όταν κάτι φθάσει τόσο κοντά σου που να μπει στην ψυχή σου φοβάσαι.
    Ο φόβος μεταφράζεται στην άμυνα της καθημερινότητας. Και τούτη η άμυνα είναι το δάκρυ της μοναξιάς.

Πονω αδελφούλα , σαν σε βλέπω, θλιμμένη από την έλλειψη των βλαμάτων ψεύτικου θαυμασμού.Δεν είναι αυτά η αλήθεια.
Σου πα, η αλήθεια είσαι εσύ. Μόνη σου είσαι το παν.
Πονώ ερωμέν, σαν νοιώθω το κορμί σου να διψά για ξένο έρωτα, για καινούρια ανταριάσματα και δράσεις.
Θέλω νασαι για μενα. Μόνο για μενα.
Δεν μπορείς να το νιώσεις αυτό. Κανείς εκτός από μένα δεν μπορεί να το καταλάβει.
Σε τούτη τη φυλακή υπάρχει ο πυρήνας. Ο πυρήνας των σκέψεων και των ονείρων.

Συ ποτίζεις
Εγώ καλλιεργώ
Μαζί θερίζουμε
Γι'αυτό σ' έχω ανάγκη. Μπορώ επιτέλους να μην φοβάμαι την μοναξιά
    Η φρικιαστική αυτή χθεσινή λέξη, είναι ένας σημερινός υπέροχος ορίζοντας
Κει, μακρυά, υπάρχουν φαντασμαγορικά σκιαγραφιμένες η τελειότητα του έρωτα, της αγάπης και της δημιουργίας.


Χαζεύω το θάρρος μου ώρες- ώρες. Θυμάμαι κι εσύ το χάζευες.
    Η κινητή τούτη ,στενή και αναπάντεχη φυλακή μου που μ'ακολουθά παντού δεν έχει θέση για κουράγιο.
Κι όμως....
Κάθε μέρα το κουκούτσι από το βερύκοκκο που έφαγα και έφτυσα σε μια γωνιά,ποτισμένο από δακρυα, όνειρα, πραγματικότητες, ελπίδες και τσίσα, θεριεύει να γίνει δένδρο. Να σου πω κάτι να γελάσεις;
Φαντάσου τούτο το δένδρο να μεγαλώνει και να με πνίγει!
Γέλα!
θα πνίγομαι από τα πιστεύω μου , χαμογελώντας ηλίθια τον θανατό μου.
Ρώτα με!
Πεθαίνουν οι άνθρωποι από ευτυχία;
Ναί,ναί. Σιγοπεθαίνουν όμως λες και δεν πρέπει να το καταλάβουν.
Κι ίσως ναναι καλύτερα έτσι.


Πολυαγαπημένη μου ερωμένη κι αδερφή.
Ο κόσμος δεν θα μας νιώσει ποτέ αν δεν παραδεχτεί τα λόγια μας,
Ο κόσμος δεν θα μας νιώσει ποτέ αν δεν ανοίξει τα μάτια του να δει την κατάντια του.
Δεν θέλω ν'αλλάξω τον κόσμο.Δεν μπορώ.Μα μπορώ να βρω τους "όμοιους"
Κι αν όλος ο κόσμος ξαφνικά αποδειχτεί όμοιος....
........τον κόσμο μπορώ ν'αλλάξω χωρίς να το νιώσω,χωρίς να το επιδιώξω, έτσι..............
όπως η μάνα βυζαίνει το παιδί κι όπως τα δάκρυα κυλούν στο ρυάκι μιας κουρασμένης ψυχής.
Οι άνθρωποι δεν πρέπει ν'αλλάξουν βίαια γιατί κάποια μέρα θα τ'αρνηθούν αντιδρώντας.
Οι άνθρωποι πρέπει να εκτιμήσουν για να ζητήσουν εκείνα τα απλά πράγματα που ξέχασαν.

    Όμως το φιμέ τζάμι μπήκε στο παράθυρο,παρ 'όλες τις αρνήσεις και τις ικεσίες μου.
Τόβαλαν απ' έξω , κει που δεν έφτανε το χέρι μου να τους εμποδίσω.
     Όμως εγώ ουρλιάζω την αλήθεια μου με τέτοια δύναμη που φοβάμαι πως πριν την ακούσουν θα κουφαθούν.
Συ λοιπόν, πρέπει να προλάβεις. Το τέλος θαρθει, το ξέρω, το νοιώθω.
Ο Διευθυντής θα κλείσει τούτη τη φυλακή με ηχομονωτικό υλικό.
Στάσου δυνατή αντίκρυ μου. Εκεί που με φαντάζεσαι ότι είμαι, γιατί τώρα πια δεν με βλέπεις.
Ορκίσουν να μεταφέρεις  όλη μτη ζωή μου σε τούτες τις λιγοστές λέξεις.
Κοινές είναι, γνωστές είναι, καθημερινές είναι!
Δυσβάσταχτο το βάρος τους, αιωρείται ετοιμόρροπο πάνω από τον ανθρώπινο εγωισμό και την ψεύτικη γέρικη πείρα, πάνω από τις απαγορεύεσεις και την κυκλοθυμικότητα της μέρας.
Μάζεψε τους εμπρός σου , ανέβα στο βάθρο και με το σωστό χρωματισμό στης φωνή σου πες τους

ΕΙΣΑΙ ΘΕΟΣ............ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Κι αν πολυαγαπημένη μου ερωμένη κι αδερφή τους κάνεις να το νοιώσουν , τότε κερδίσαμε.
Κερδίσαμε τη μάχη με τα εκατομμύρια θύματα και τις λιγιστές ελπίδες.
Κι αν χάσουμε, θα σε περιμένω να ζήσουμε τις ώρες που ουτοπιστικά αφήσαμε να ξεφύγουν.
Και στις δυο περιπτώσεις, είναι μόνη σου είτε μαζί μου , με κεινη την ανώτερη ψυχική επικοινωνία μας θα ψυθιρίζουμε:
ΑΓΩΝΙΣΤΗΚΑΜΕ.......

Και τ'αλλάζουμε όλα γι'αυτό!
Συμφωνείς;

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Μια προσπάθεια συμφιλίωσης του σοσιαλιστικού ρεαλισμού με το δόγμα Τέχνη για την Τέχνη

Μια προσπάθεια συμφιλίωσης του σοσιαλιστικού ρεαλισμού
με το δόγμα Τέχνη για την Τέχνη
με επίκεντρο την Ποίηση


(Το κείμενο βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της επεξεργασίας... Γι'αυτό κάθε είδους σχόλιο είναι χρήσιμο και ευπρόσδεκτο)

       Η αντίληψη που υπάρχει για τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό είναι ανάλογα αποπροσανατολιστική και εξοργιστικά λανθασμένη, με αυτήν που υπάρχει για τον υλισμό. Ο μέσος όρος δεν αντιμετωπίζει τον υλισμό ως φιλοσοφική θεωρία που απαντά στο βασικό ερώτημα της φιλοσοφίας ότι πρωταρχικό είναι το ΕΙΝΑΙ και όχι το ΝΟΕΙΝ, αλλά τον ταυτίζει με την προσήλωση στα υλικά αγαθά και τον ηδονισμό(βλ. «θεωρία» έκθεσης για τις πανελλαδικές).
         Αντίστοιχα λοιπόν ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός ταυτίζεται με την φωτογραφική αποτύπωση της πραγματικότητας και με αγάλματα ηγετών με υψωμένη την γροθιά.

Η σύγχυση για τον προορισμό της Τέχνης έχει τη βάση της στο εξής δίλημμα: Είναι ένα άθροισμα εκφραστικών μέσων, τεχνικών, σωστής επιλογής χρωμάτων, λέξεων ή νοτών η μία δίπλα στην άλλη με μόνο σκοπό την ικανοποίηση της αισθητικής ή είναι η έκφραση των αισθητικών σχέσεων, των σχέσεων αντίληψης του ανθρώπου που ακολουθούν τους κανόνες της ομορφιάς, με την αντικειμενική πραγματικότητα;

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Ο Μάνος, η Μελισσάνθη και το ... «τέρας»

Οποιος δε φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει
Ο Μάνος, η Μελισσάνθη και το ... «τέρας»
Δεκαέξι χρόνια συμπληρώνονται μεθαύριο από το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι


Μας «δώρισε» ένα «γαλαξία» από νότες υπέροχες, σμιλεμένες με τη βαθιά ευαισθησία και την υψηλή αισθητική του. Πνεύμα κριτικό και ασυμβίβαστο, που αφουγκράστηκε την ελληνική κοινωνία, τους πόθους και τα πάθη της, ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε πάνω απ' όλα κορυφαίος αναμορφωτής του ελληνικού τραγουδιού, ανοίγοντας νέους μουσικούς δρόμους, φωτίζοντας αθέατες «γωνιές», κινητοποιώντας μυαλό και ευαισθησίες. Δεκαέξι χρόνια συμπληρώνονται φέτος από το «φευγιό» του αλησμόνητου συνθέτη, που σημάδεψε τον ελληνικό μουσικό πολιτισμό μέσα από ένα βαθιά λαϊκό, πολυσήμαντο και αξεπέραστο έργο. «Λαϊκό» για τον δημιουργό, όπως έλεγε σε συνέντευξή του στον «Ρ» (27/5/90), «είναι ό,τι ασχολείται με τον άνθρωπο και προέρχεται από τον άνθρωπο». «Η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα», σημείωνε... «Η τέχνη υπάρχει, διότι ανατέμνει τη λειτουργία του ανθρώπου. Του κινητοποιεί τις ευαισθησίες του. Τις αληθινές του ευαισθησίες. Οχι τις επικαιρικές. Η τέχνη συμπληρώνει τον άνθρωπο, τον βοηθά να αισθανθεί, έστω και για λίγο, προς τα πού πρέπει να τείνει. Η μεγάλη τέχνη εννοώ». Ο ίδιος σ' όλη τη ζωή του αντιπαρατέθηκε στην εμπορευματοποίηση και στον εκχυδαϊσμό της τέχνης και ανεξάρτητα από τις δηλωμένες πολιτικές απόψεις του αντιτάχθηκε στους κρατούντες, στην όποια κολακεία και αναρρίχηση. «Οποιος δε φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι να συνηθίσουν τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά», έλεγε. Κι αν σήμερα, στις μαύρες μέρες που περνά ο λαός μας, ο Μάνος Χατζιδάκις μας λείπει ολοένα και περισσότερο, το έργο του παραμένει στις καρδιές μας. Θα παραμένει ζωντανό όσο υπάρχουν άνθρωποι που τραγουδούν τα τραγούδια του και διψούν για ομορφιά και αλήθεια, που αντιστέκονται στο «τέρας» που μας απειλεί, στο εφήμερο, στο ευτελές, στην ισοπέδωση.

«...στον άσπρο τοίχο το αίμα γίνεται βροχή»
Πολλά και σπουδαία τα έργα που μας άφησε ο Μάνος Χατζιδάκις. Ανάμεσά τους «Η εποχή της Μελισσάνθης» - καντάτα για μια ώριμη γυναικεία φωνή, δύο νεανικές ανδρικές, μεικτή και παιδική χορωδία, ορχήστρα δωματίου και στρατιωτική μπάντα με βασικό μουσικό όργανο το μπουζούκι. Μια μουσική αυτοβιογραφία βασισμένη σε ποιήματα του συνθέτη, που αναφέρονται στις πρώτες μετακατοχικές μέρες, καταγράφοντας πολλές πικρές μνήμες. Η πρώτη σύλληψη του έργου εμφανίζεται το 1965 στην ποιητική συλλογή του συνθέτη «Μυθολογία», στο ποίημα με τον τίτλο «Μελισσάνθη». Το μουσικό έργο γράφτηκε στη δεκαετία '70 και πρωτοπαρουσιάστηκε πριν 30 χρόνια με βασική ερμηνεύτρια την Μαρία Φαραντούρη και τη συμμετοχή των Βασίλη Λέκκα, Γιώργου Μιχαλισλή, Στέλλας Γαδέδη, της χορωδίας του Τρίτου Προγράμματος και Παιδικής χορωδίας. Αριστουργηματικά κομμάτια (ορχηστρικά και τραγούδια) απαρτίζουν το έργο: «Η βροχή», «Το πρόσωπο της νύχτας», «Φοβόμουν μ' έπνιγε η σιωπή», «Στο φίλο μας που χάσαμε», «Μητέρα κι αδελφή», «Ενα ρολόι στο καπηλειό», «Επιτάφιος», «Το εμβατήριο της Μελισσάνθης» (συνύπαρξη μπάντας με το μπουζούκι), κ.ά. Κυρίαρχο όργανο μέσα στα χορωδιακά και σολιστικά μέρη είναι το μπουζούκι, σε συνοδεία ή αυτοσχεδιασμό, που «ζωγραφίζει» το ψυχογραφικό τοπίο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Καθαρά συμβολικές, επίσης, οι παρεμβολές εμβατηρίων και αποσπασμάτων του Εθνικού Υμνου και των εγκωμίων του Επιταφίου.

«Το πρόσωπο της νύχτας πνίγεται μέσα στον καπνό και τα παιδιά στο δρόμο πετάν νεκρά στον ουρανό. Μαύρα πουλιά μ' ένα σπαθί γυμνό σκύβουν φιλάν τον άσπρο τους λαιμό. Το πρόσωπο της νύχτας κλαίει μακριά στον ουρανό. Απόψε είναι σκοτάδι τ' άστρα δεν έχουνε ψυχή κι εκεί στον άσπρο τοίχο το αίμα γίνεται βροχή. Ποιος με φωνάζει και ζητά νερό ποιος θα γλιτώσει απ' τον πικρό χορό. Το πρόσωπο της νύχτας χάθηκε μέσα στον καιρό» («Το πρόσωπο της νύχτας»).

Επιθυμία του συνθέτη ήταν να καταγράψει την περιπέτεια και τη συμμετοχή του στην πρόσφατη ιστορία του κόσμου, έτσι καθώς την έζησε: «Χρονικό ενός καιρού, οι πρώτες μέρες της απελευθέρωσης, με ανεξίτηλες αυτοβιογραφικές εικόνες. Σαν το ρολόι στο καπηλειό με τους δυο φίλους που ζητάν δραματικά κι επίμονα να σταματήσουν τον Χρόνο, ή εκείνο τον φίλο που τον χάσαμε σχεδόν παιδί - τον έλεγαν Εκτορα Οικονομίδη και ήταν είκοσι χρονών όταν τον τύφλωσαν και τον θανάτωσαν οι Γερμανοί στο Χαϊδάρι, αφού βέβαια τον πρόδωσαν οι "εθνικόφρονες" εκείνου του καιρού. Και εικόνες άπειρες με σιδεριές από κατεστραμμένα σπίτια σαν χέρια αιχμηρά που ζητάν ελεημοσύνη απ' τον ουρανό. Και μάνες να γυρεύουν τα παιδιά τους πάνω από τις καμένες στέγες μ' ένα πλήθος που να κραυγάζει έξαλλα κι αλλοπρόσαλλα συνθήματα...».

Χρονικό ενός πικρού καιρού, η «Μελισσάνθη», «μια γυάλινη ηρωίδα του Μεσοπολέμου», όπως την χαρακτήριζε ο Μάνος Χατζιδάκις, αποτελεί μια συγκλονιστική απεικόνιση και αναπαράσταση των πρώτων ημερών της Ελλάδας μετά τη γερμανική κατοχή. Στους στίχους και στις νότες του ζωντανεύουν μνήμες και εικόνες που τον σημάδεψαν, προσωπικά του βιώματα από τη γερμανική κατοχή, από τις νύχτες που «στον άσπρο τοίχο το αίμα γίνεται βροχή». «Η εποχή της Μελισσάνθης τέλειωσε. Σήμερα ζω για πάντα τον χαμό της», σημείωνε ο συνθέτης. Ο ίδιος δεν ήθελε να δώσει «ιστορικές διαστάσεις στη Μελισσάνθη και την εποχή της». Παρ' όλα αυτά, η θεματική και το ιστορικό πλαίσιό της καθιστούν τη «Μελισσάνθη», πέρα από ένα ειλικρινές, σπαρακτικό, υψηλής αισθητικής προσωπικό έργο, αυτόματα και ένα έργο συλλογικό. Οπως και άλλες σπουδαίες δημιουργίες του - όπλα της μνήμης, της αξιοπρέπειας και της καρδιάς.

Επετειακή συναυλία
Ο θάνατος του συνθέτη, που μετουσίωσε τη μελωδική του έμπνευση σε μεγάλη τέχνη, ήταν μεγάλη απώλεια για τον τόπο μας και ασφαλώς για την Ορχήστρα των Χρωμάτων, που ο ίδιος ίδρυσε το 1989, οραματιζόμενος ένα επίλεκτο συμφωνικό σύνολο με μουσικούς υψηλού επιπέδου και πρωτότυπα προγράμματα και η οποία στην 20χρονη διαδρομή της έχει βιώσει με δραματικό τρόπο τις επιπτώσεις της κυβερνητικής αδιαφορίας. Με αφορμή τη συμπλήρωση των 16 χρόνων απουσίας του Μάνου Χατζιδάκι, η Ορχήστρα των Χρωμάτων παρουσιάζει στις 19 του Ιούνη (9 μ.μ.), στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το ετήσιο συναυλιακό αφιέρωμά της στον ιδρυτή της. Υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού Μίλτου Λογιάδη θα παρουσιάσει ένα από τα εμβληματικά έργα του, «Το Χαμόγελο της Τζοκόντα» (β' μέρος). Το πρόγραμμα της συναυλίας περιλαμβάνει επίσης (α' μέρος) τα έργα: Franz Shubert: «Ημιτελής συμφωνία» και Frank Martin: «Μπαλάντα για πιάνο και ορχήστρα», με σολίστ την Ελενα Χριστοδούλου. Εισιτήρια προπωλούνται προς 30, 25, 18, 10 και 6 ευρώ τα φοιτητικά.

Ριζοσπάστης/Ένθετο "7 μέρες μαζί" Κυριακή 13 Ιούνη 2010

16 χρόνια χωρίς τον Μάνο Χατζιδάκι


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ


Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ' όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες. Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ' την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ' την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ΄ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι' αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη «ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.

Προσπάθησα όλον το καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δύο. Έτσι μετακομίσαμε το '32 στην Αθήνα όπου δεν στάθηκε δυνατόν να λησμονήσω την αποτυχία μου.
Άρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Έλαβα όμως την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία. Μ' επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ' όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ' απομάκρυναν ύπουλα απ' τους αρχικούς μου στόχους που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι' αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή. Έτσι δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς εγλύτωσα απ' το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου. Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ότι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία.

Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν' αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες σωβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ' ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.
Το '66 βρέθηκα στην Αμερική. Έμεινα κι έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια της δικτατορίας, για λόγους καθαρά εφοριακούς - ανεκαλύφθη πως χρωστούσα τρεισήμισι περίπου εκατομμύρια στο δημόσιο. Όταν εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα περίπου το '72 και ίδρυσα ένα καφενείο που το ονομάσαμε Πολύτροπον, ίσαμε τη μεταπολίτευση του '74, όπου και τόκλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων. Κράτησα την ψυχραιμία μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. Κλείνοντας το Πολύτροπο είχα ένα παθητικό πάλι της τάξεως περίπου των τρεισήμισι εκατομμυρίων - μοιραίος αριθμός, φαίνεται, για την προσωπική μου ζωή.

Από το '75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ' έκανε ιδιαίτερα γνωστό σ' ένα μεγάλο και απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό, σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής μουσικής, των ελλήνων μουσικών και της εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ' αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού , εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα.
Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι :

Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.

Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.


Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός.

19 Ιούνη Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Ορχήστρα των Χρωμάτων - Μάνος Χατζιδάκις ... 16 χρόνια μετά

- Franz Schubert: Ημιτελής συμφωνία
- Frank Martin: Μπαλάντα για πιάνο και ορχήστρα
- Μάνος Χατζιδάκις: Το Χαμόγελο της Τζοκόντα

Έλενα Χριστοδούλου πιάνο

Ορχήστρα των Χρωμάτων

Μουσική διεύθυνση: Μίλτος Λογιάδης